Στην αναβάθμιση των προοπτικών του ελληνικού αξιόχρεου από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας το στην επενδυτική βαθμίδα ΒΒΒ-, προχώρησε ο αμερικανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P Global Ratings.

Ο S&P έδωσε στα ελληνικά ομόλογα την επενδυτική βαθμίδα πριν από έξι μήνες (20 Οκτωβρίου 2023), ανοίγοντας τον δρόμο για να ενταχθούν αυτά σε διεθνείς δείκτες, διευρύνοντας έτσι την επενδυτική βάση τους.

Όπως σημειώνει ο οίκος, οι ελληνικές αρχές έχουν αναλάβει μια ευρεία ατζέντα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και αντιμετωπίζουν μακροχρόνιες δυσχέρειες. Παρά την κάποια πρόσφατη εξασθένηση των οικονομικών στοιχείων, η οικονομική ανάπτυξη έχει ξεπεράσει τον μέσο όρο της ευρωζώνης, μια τάση που αναμένουμε ότι θα συνεχιστεί. “Ο προηγουμένως πολύ μεγάλος δείκτης καθαρού χρέους της Ελλάδας προς το ΑΕΠ μειώνεται και θα συνεχίσει να μειώνεται, αν επαληθευτούν οι προσδοκίες μας για δημοσιονομική πειθαρχία και σχετικά ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ”, τονίζει η S&P και προσθέτει: “Επομένως, αναθεωρήσαμε τις προοπτικές μας για την Ελλάδα σε θετικές από σταθερές και επιβεβαιώσαμε τη βαθμίδα στο BBB-“.

Τα οικονομικά στοιχεία τα τελευταία τρίμηνα ήταν ελαφρώς χειρότερα από ό,τι ανέμενε ο αμερικανικός οίκος, με το πραγματικό ΑΕΠ να επεκτείνεται κατά ένα υγιές 2% για το 2023. Τα δημοσιονομικά έσοδα, από την άλλη πλευρά, δεν έχουν αμβλυνθεί, με τα ενοποιημένα εγχώρια φορολογικά έσοδα να αυξάνονται κατά 6,2% το 2023.

Κατά την άποψή του αμερικανικού οίκου, αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το συνδυασμό του ακόμη υψηλού πληθωρισμού πέρυσι (ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή παρουσίαση άνοδο κατά 4,2%) και των “μερισμάτων” από τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα στους τομείς της ψηφιοποίησης και της φορολογικής συμμόρφωσης.

Μεσοπρόθεσμα, και ιδιαίτερα εάν διατηρηθεί η δυναμική των μεταρρυθμίσεων, η S&P θεωρεί ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να δει ταχύτερη ανάπτυξη από τους ομολόγους της στην ευρωζώνη.

Προβλέπει δε ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά μέσο όρο κατά 2,4% την περίοδο 2024-2027, αντανακλώντας μια απτή ανάκαμψη της επενδυτικής δραστηριότητας που οφείλεται στα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, στους βελτιωμένους ισολογισμούς τόσο των νοικοκυριών όσο και του τραπεζικού συστήματος και το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι ακόμα περίπου 22% μικρότερο από το υψηλότερο σημείο στο οποίο είχε φτάσει προ της κρίσης χρέους του 2010.

Όπως και άλλες μικρές ανοικτές οικονομίες, η Ελλάδα παραμένει εκτεθειμένη σε μεταβαλλόμενους “ανέμους” στην παγκόσμια οικονομία και σε συνεχιζόμενους γεωπολιτικούς κινδύνους.

Τα παραπάνω περιλαμβάνουν μια πιθανή οικονομική επιβράδυνση που μπορεί να επηρεάσει τους σημαντικούς τομείς που συνδέονται με το εξωτερικό όπως του τουρισμού ή της ναυτιλίας ή μια νέα ξαφνική άνοδο των τιμών της ενέργειας.

Αυτές οι εξελίξεις θα μπορούσαν να επιβραδύνουν τη βελτιωμένη δυναμική των πιστωτικών στοιχείων της Ελλάδας, εκτιμά ο οίκος. Περιοριστικοί παράγοντες στην πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας παραμένουν, όπως αναφέρει, το ακόμη μεγάλο απόθεμα κρατικού χρέους και η σχετικά αδύναμη εξωτερική θέσης ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας.

Προηγούμενο άρθροΙράκ: Ισχυρή έκρηξη σε στρατιωτική βάση νότια της Βαγδάτης
Επόμενο άρθροΠΑΣΟΚ: «Έκλεισε» το ευρωψηφοδέλτιο του – Αυτοί είναι οι τελευταίοι οκτώ υποψήφιοι